Η Θυσία είναι η κορύφωση, ο πυρήνας της τελεστικής πράξης και ο τρόπος που βλέπει ο Έλληνας τον κόσμο. Είναι η ελάχιστη πράξη ευγνωμοσύνης και ανταπόδοσης στους Θεούς για τ’ αγαθά που μας παρέχουν. Είναι η καθοριστική Λατρευτική πράξη, το σημείο που συναντώνται ο Αιώνιος κόσμος των Θεών με αυτόν των θνητών. Είναι θεμελιώδους σπουδαιότητας, ως μέσον επικοινωνίας των δύο κόσμων.
Η πρωταρχική σημασία του Θύειν, όπως την χρησιμοποιεί και ο Όμηρος, είναι αυτή της καύσης προσφορών προς τους Θεούς. Κατόπιν, συνδέθηκε κυρίως με την ζωοθυσία, ώσπου να καταλήξει να σημαίνει γενικευμένα τις προσφορές προς τους Θεούς.
“θεοῖσι δὲ θῦσαι ἀνώγει Πάτροκλον, ὃν ἑταῖρον· ὁ δ᾽ ἐν πυρὶ βάλλε θυηλάς.”
Ιλιάδα
Μέσω των Θυσιών, ο θνητός καθιερώνει την τροφή του μέσω της προσφοράς μέρους αυτής στο Θείον. Η Θυσία είναι αυτή που διαφοροποιεί τον άνθρωπο από τα ζώα και συγχρόνως θεμελιώνει και ανανεώνει την σχέση του με τους Θεούς. Χωρίς αυτήν ο άνθρωπος περιέρχεται σε ζωώδη κατάσταση και είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορεί να τραφεί με το κρέας των ζώων. Οποιαδήποτε διατροφή εκτός Θυσιών θεωρείται ακάθαρτη, ανίερη και ισοδυναμεί με φόνο. Τα ζώα (Ιερεία) που θυσιάζονται είναι οικόσιτα, αψεγάδιαστα και μέχρι την Θυσία τους απέχουν του μόχθου. Εξαίρεση μπορεί ν’ αποτελούν Θυσίες κυνηγιού ( Έλαφος στην Αρτέμιδα ), ιχθύων (τῷ Ποσειδῶνι ὑπὸ τὴν τῶν θύννων ὥραν, ὅταν εὐαγρήσωσι, θύειν τῷ θεῷ τον πρῶτον ἁλόντα θύννον, και την θυσίαν ταύτην καλεῖσθαι θυνναῖον).
Η Θυσία γίνεται μ’ ευταξία, σεμνότητα, σχολαστικότητα διότι η στιγμή είναι πολύ Ιερή, αποδίδοντας τον μέγιστο σεβασμό στο Ιερόθυτο.

Οι Θυσίες μοιράζονται ισομερώς σε όλους ώστε ν’ αρχίσει η Δημοθοινία και η Ευωχία που αποτελούν τον ισχυρότερο και ιερότερο δεσμό που συνδέει τους πολίτες, την κατάφαση της ζωής. Η Πολιτεία εξασφαλίζει την συνοχή της και την ευημερία της μέσω των Θυσιών.
Ο Θεόπομπος λέει ότι “οι Αθηναίοι ξοδεύουν περισσότερα για τας κοινάς εστιάσεις και κρεανομίας παρά για την όλη διοίκηση της Πόλης”.
Οι Θυσίες είναι Αιματηρές (ζωοθυσία) και Αναίμακτες (κυρίως οι Απαρχές).
“Αι Άπαρχαί” είναι η προσφορά των πρώτων και καλλίστων καρπών στους Βωμούς των Θεών, που καλούνται και Πάγκαρπες Θυσίες. Ό Όμηρος χρησιμοποιεί τον όρο Άργματα για τις Απαρχές που περιλαμβάνουν όμως και τις ζωοθυσίες. Οι Απαρχές είναι οι αρχαιότερες Θυσίες. Όπως και στις Αιματηρές Θυσίες έτσι και οι Απαρχές, πριν καταναλωθούν, θυσιάζονται στους Θεούς.
Το να θυσιάζονται οι Απαρχές στους Θεούς είναι θέσμιον και σύμφωνο προς την Θεσμίαν Δήμητρα, όπως μας διασώζει μια επιγραφή από την Ελευσίνα:
“απάρχεσθαι τοιν Θεοίν τω καρπώ κατά τα πάτρια”.
Ο Πέλανος είναι επίσης μια συνήθης Αναίμακτη Θυσία. Είναι ένα ημίπηκτο υγρό μείγμα από άλευρα, μέλι και λάδι. Ο Πέλανος είτε εκχύεται σε Τύμβο ή καίγεται πάνω σε Βωμό.
“θῦσαι πέλανον”, μας λέει ο Αισχύλος στους Πέρσες.
Μια άλλη αναίμακτη Θυσία γίνεται μέσω των “Επιχωρίων θυμάτων”, δηλαδή των Πλακουντίων που αφιερώνονται στους Μειλιχίους Θεούς.
“ἐν ᾗ πανδημεὶ θύουσι πολλὰ οὐχ ἱερεῖα, ἀλλ’ <ἁγνὰ> θύματα ἐπιχώρια”
Όταν ρωτήθηκε ο Πίνδαρος τι θα θυσιάσει στον Θεό των Δελφών απάντησε:
“Πίνδαρος δελφόσε ερωτηθείς: τί πάρεστι θύσων; Παιάνα είπεν.”
Βλέπουμε την δύναμη που έχει μια Υμνωδία στον Απόλλωνα από τον κορυφαίο των Λυρικών, εφάμιλλη μιας Εκατόμβης.
Ιδρυτής των Αιματηρών Θυσιών των θνητών προς τους Θεούς είναι ο Προμηθέας, Ευεργέτης και Προστάτης των ανθρώπων.
Όπως μας διασώζει ο Ησίοδος, ο Προμηθέας καθιερώνει την Αιματηρή Θυσία και χαρίζει το Ιερό Πυρ των Θυσιών που ενώνει Θεούς και ανθρώπους, μέσω της Θυσιαστικής Θυμέλης.
Ο Προμηθέας, ενώπιον Θεών και ανθρώπων, θυσιάζει τελετουργικά “μέγαν βοῦν” και καθιερώνει τα μερίδια Θεών και ανθρώπων, δηλώνοντας την διαφορά υπόστασης μεταξύ τους.
Το μερίδιο των Θεών που οφείλει ο άνθρωπος ν’ αφιερώνει στους Θεούς είναι “ὀστέα λευκὰ” και “λευκὸν ἄλειφαρ”, μερίδια δηλαδή που δεν καταναλώνονται, δείχνοντας την μη εξάρτηση των Θεών από τροφή, με τα οστά να δηλώνουν την αιωνιότητα των Θεών λόγω της ανθεκτικότητάς τους στον χρόνο και την προστασία που προσφέρουν στα ζωτικά όργανα του σώματος ( Κρανίο, Θωρακικός κλωβός, Σπόνδυλοι, Πύελος).
Ας αφήσουμε τον Ησίοδο να μας περιγράψει το τελετουργικό από την “Θεογονία”:
“Γιατί όταν οι θεοί και οι θνητοί οι άνθρωποι χώριζαν μεταξύ τους
στη Μηκώνη, τότε μεγάλο βόδι με πρόθυμη ψυχή ο Προμηθέας
μοίρασε και παράθεσε, του Δία το νου να εξαπατήσει προσπαθώντας.
Για το Δία τις σάρκες και τα πλούσια σε λίπος σπλάχνα
μες στο πετσί τα έβαλε και με του βοδιού την κοιλιά τα σκέπασε.
Για τους ανθρώπους τα άσπρα του βοδιού οστά τακτοποιώντας τα με δόλια
τέχνη τα παρέθεσε, αφού με λίπος τα κάλυψε λευκό.
Τότε του είπε ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων:
«Γιε του Ιαπετού, απ᾽ όλους τους άρχοντες επιφανέστερε,
καλέ μου, πόσο μεροληπτικά χώρισες τις μερίδες!»
Έτσι είπε ο Δίας που αθάνατες σκέψεις έχει περιπαίζοντάς τον.
Κι ο Προμηθέας πάλι ο δολοπλόκος τού απάντησε,
με ήσυχο μειδίαμα, και το πανούργο τέχνασμά του δεν το ξέχασε:
«Δία ενδοξότατε, μέγιστε απ᾽ τους αιώνιους θεούς,
από τις δυο μερίδες διάλεξε όποια η καρδιά σου μες στα στήθη σε προστάζει.»
Έτσι είπε και δόλια σχέδια είχε. Κι ο Δίας που αθάνατες σκέψεις έχει
κατάλαβε κι ο δόλος δεν του ξέφυγε. Πρόβλεπε όμως στην καρδιά του συμφορές
για τους θνητούς ανθρώπους που έμελλε να γίνουν.
Και με τα δυο του χέρια σήκωσε το λευκό το λίπος,
θύμωσε μες στα σπλάχνα του κι οργή τού ήρθε στην καρδιά του,
σαν είδε κόκαλα βοδιού λευκά με το δόλιο τέχνασμα.
Και από τότε πάνω στη γη τα γένη των ανθρώπων
στους αθανάτους καίνε οστά λευκά επάνω στους ευωδιαστούς βωμούς.”
Ο Ερμής, σύμφωνα με τον ομώνυμο Ομηρικό ύμνο, γίνεται ο πρώτος κήρυκας της Ολύμπιας Θυσίας, θυσιάζοντας δύο βόας από την Ιερά Αγέλη του Απόλλωνος, διαμοιράζοντάς τες σε δώδεκα ίσα μέρη.
Φυσικά ο Θεός δεν γεύεται τις Θυσίες, αλλά τις αφιερώνει εξ ολοκλήρου στο Ιερό Πυρ.
Τα Ιερόθυτα, είτε Αιματηρά είτε Αναίμακτα, πέμπονται με κάθε επισημότητα και στολισμένα στον Ιερό χώρο της τελετής. Αφού οι Πομπείς σχηματίσουν κύκλο και καθάρουν τα χέρια τους με Αγνό Ύδωρ από την Χέρνιβα (Άγνισμα), τότε αποσπώνται από αυτόν τα Ιερόθυτα και προσφέρονται μέσω του Βωμού στο Θείον.
“Νέστωρ χέρνιβά τ' ούλοχύτας τε κατήρχετο”.
Οδύσσεια
Μια άλλη μορφή Θυσίας είναι το “Εναγίζειν”, δηλαδή οι Θυσίες που προσφέρονται κυρίως στους νεκρούς Προγόνους, αλλά και στους Ήρωες. Το Εναγίζειν χρησιμοποιείται εν αντιθέσει προς το Θύειν που αφορά Θυσίες προς τους Θεούς.
“ὁ πολέμαρχος θύει μὲν Ἀρτέμιδι.., καὶ τοῖς περὶ Ἁρμόδιον ἐναγίζει”.
Τα Εναγίσματα αφορούν Θυσίες τροφών και οι Χοές που εκχύονται (κυρίως μύρων) κατά την Τελετή Εναγισμού, αφορούν Θυσίες υγρών. Οι Θυσίες είναι Πύρινες του είδους του Ολοκαυτώματος (Ολοκαυτείν), δηλαδή δεν έχουμε κοινωνία, είναι “θυσία άδαιτος” που δεν προσφέρεται ως γεύμα.
Τα Εναγίσματα θυσιάζονται σε Εσχάρα (Ήρωες) ή σε τελετουργικό Λάκκο (Πρόγονοι) σκαμμένο στο έδαφος (Ανάστροφος Βωμός). Οι Θυσίες είναι Πανσπερμίες ή Ζωικές.
“οἱ Πλαταιεῖς ὑπεδέξαντο τοῖς πεσοῦσι καὶ κειμένοις αὐτόθι τῶν Ἑλλήνων ἐναγίζειν καθ᾽ ἕκαστον ἐνιαυτόν”
Πλούταρχος
Για το Άγος και τον Εναγισμό, το Μίασμα και τον Καθαρμό καθώς και τις εξιλαστήριες Θυσίες θα αναφερθούμε εκτενέστερα σε ιδιαίτερο άρθρο.
Να κάνεις κατά τη δύναμή σου θυσίες στους αθάνατους θεούς,
αγνά και καθαρά, και ωραία μεριά επάνω στους βωμούς να καις.
Άλλοτε με σπονδές να τους εξευμενίζεις και θυμιάματα,
και σαν πλαγιάζεις και σαν έρχεται το ιερό του ήλιου φως,
για να ᾽ναι η καρδιά και ο νους τους ευμενείς για σένα
Ησίοδος
