Η Ικεσία είναι η Λατρευτική πράξη που θέτει τον Ικέτη υπό την υψηλή προστασία του Ικεσίου Διός και καθιστά την θέση του Ιερή και απαραβίαστη. Η Ικεσία λαμβάνει χώρο σε Ιερό τόπο, όπως ο Δημόσιος Βωμός, ο Ναός, το Άγαλμα Θεού, η Εστία του οίκου, οι τάφοι των Προγόνων, απευθύνεται προς Αξιωματούχο της Πολιτείας ή κατευθείαν σε άνθρωπο κύρους. Από την στιγμή που η Ικεσία γίνει δεκτή, ο Ικέτης χαίρει σεβασμού και προστασίας. Η Ικεσία ως θεσμός του Εθιμικού Δικαίου λειτουργεί ως εγγυήτρια της ασφάλειας του Ικέτη, μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεσή του από τα αρμόδια όργανα της Πολιτείας.

Ικεσία προσονομάζεται και η Θέμιδα, όπως μας λέει ο Αισχύλος στις “Ικέτιδες”.

“ἱκεσία Θέμις Διὸς κλαρίου.”

Στον Ικέτη αναγνωρίζεται η ψυχική του συντριβή, η οδύνη, η ολοκληρωτική απόγνωση που δεν μπορεί ν’ αγνοηθεί, όσο βαρύ κι αν είναι το έγκλημά του, προκαλώντας την μεγαλοψυχία του Ικετοδόχου, που είναι ο τρόπος που ο Έλληνας εκπληρώνει το πεπρωμένο του.
Η Ιερότητα και η δύναμη της Ικεσίας είναι τέτοια που ο Μέγιστος των ποιητών Όμηρος αρχίζει την Ιλιάδα με την Ικεσία του Ιερέος του Σμινθέου Απόλλωνος Χρύση, που ζητά πίσω την κόρη του Αστυνόμη, όταν αυτή αιχμαλωτίσθηκε από τον Αγαμέμνονα και του δόθηκε ως δώρο τιμής, πριν την διανομή της λείας. Ο Αγαμέμνων δεν δέχεται την Ικεσία και τα δώρα του Χρύση, παρά την σύμφωνη γνώμη των υπολοίπων αρχηγών και η ανόσια αυτή πράξη του έχει ως επακόλουθο τον φοβερό λοιμό που εξαπέλυσε ο Απόλλωνας στο στρατόπεδο των Αχαιών για εννέα ημέρες. Η απόρριψη της Ικεσίας αυτής προκάλεσε και την “Μῆνιν Ἀχιλῆος”, αφού ο Αγαμέμνων απαίτησε και πήρε την Ιπποδάμεια από τον Αχιλλέα, κόρη του αδελφού του Χρύση, Βρίση, επίσης Ιερέα στην Λυρνησσό της Μυσίας.

Η μη αποδοχή της Ικεσίας προκαλεί Ύβριν, αφού προσβάλλει ευθέως τον Ικέσιο Δία και επιφέρει την Τίσην.
Και βεβαίως το Μέγα Έπος κλείνει με την Ικεσία του Βασιλέα της Τροίας Πριάμου, όταν ζητά το νεκρό σώμα του Έκτορα από τον Αχιλλέα, ώστε να ταφεί με τις αρμόζουσες τιμές. Ο ίδιος ο Απόλλων την 12η ημέρα από τον θάνατο του Έκτορα ζητά από τον Δία να παραδοθεί το νεκρό σώμα του στον Πρίαμο, μέσω της Τελετουργικής πράξης της Ικεσίας.

“κι έφεξ᾽ η δωδεκάτη αυγή στο λείψανό του επάνω”.

Ο Δίας πράγματι στέλνει την Ίριδα στην Θέτιδα να μαλακώσει τον Αχιλλέα κι έπειτα να μεταδώσει την θέληση του Θεού στον Πρίαμο, ώστε άφοβα να Ικετεύσει τον Αχιλλέα. Ο Ζευς μάλιστα στέλνει από τα δεξιά του Αετό, ευοίωνο σημάδι.

“Και την ευχήν του άκουσεν ο πάνσοφος Κρονίδης και του ᾽στειλε τον αετόν, αλάθευτο σημάδι, τον μαύρον και αρπακτικόν, που και περκνόν τον λέγουν.”
Ο Πρίαμος φτάνει στην σκηνή του Αχιλλέα και:
”Εμπήκε ο μέγας Πρίαμος χωρίς να τον νοήσει αυτού κανείς, και άμ᾽ έφθασε σιμά στον Αχιλλέα, τα γόνατα του αγκάλιασε και τ᾽ ανδροφόνα χέρια εφίλησε, που του ᾽σφαξαν τόσα λαμπρά παιδιά του.”

Η Ικεσία βέβαια γίνεται δεκτή και δάκρυα απελευθέρωσης χαράζουν αμοιβαία τα μάγουλά τους. Ο πόνος ξεσπά σφοδρός κι απελευθερώνει την ψυχή τους.

Η Εστία, ως Ιερό κέντρο του Οίκου, αγκαλιάζει τον Ικέτη όταν αυτός την αγγίξει και τον θέτει υπό την προστασία της, καθώς και υπό την προστασία των Εφεστίων Θεών. Ο Θουκυδίδης χαρακτηρίζει την Ικεσία αυτή “μέγιστον ἦν ἱκέτευμα τοῦτο”, όταν ο Θεμιστοκλής προσπέφτει Ικέτης στην Οικιακή Εστία του Βασιλέα των Μολοσσών Αδμήτου.

“ἱκέτης καὶ δόμων ἐφέστιος”
Αισχύλος

Ο Οδυσσέας, ένεκα της υψηλής ευφυΐας του, πραγματοποιεί διπλή Ικεσία στην Σχερία, αγκαλιάζοντας τα γόνατα της βασίλισσας Αρήτης και συγχρόνως κάθεται πάνω στις στάχτες της Εστίας του ανακτόρου.

“ὣς εἰπὼν κατ᾿ ἄρ᾿ ἕζετ᾿ ἐπ᾿ ἐσχάρῃ ἐν κονίῃσιν πὰρ πυρί”

Ο Βωμός, ο δίαυλος επικοινωνίας με το Θείον, αποτελεί καταφύγιο του Ικέτη που ζητά πιά την Θεϊκή δικαιοσύνη ως εγγύηση της ασφάλειάς του.

Η πιο γνωστή Ικεσία σε Βωμό είναι αυτή των οπαδών του Κύλωνος, όταν αποκλείστηκαν μέσα στον Ιερό Βράχο και πολιορκούνταν από τον λαό της Αθήνας ως αντίδραση στην προσπάθεια επιβολής Τυραννίας στην Πόλη των Αθηνών. Επειδή η πολιορκία διήρκεσε αρκετά, οι πολιορκούμενοι ξέμειναν από τροφή και νερό με κίνδυνο να πεθάνουν από πείνα και δίψα. Αναγκάστηκαν τότε να προσφύγουν Ικέτες στον Βωμό της Πολιάδος Θεάς, όπως μας διασώζει ο Θουκυδίδης:

“καθίζουσιν ἐπὶ τὸν βωμὸν ἱκέται τὸν ἐν τῇ ἀκροπόλει”.

Οι Αθηναίοι που είχαν αναλάβει την φρούρηση τους μ’ επικεφαλής τον Επώνυμο Άρχοντα, Αλκμαιωνίδη Μεγακλή, τους υποσχέθηκαν Ασυλία από φόβο μήπως πεθάνουν εντός του Ιερού χώρου και προκαλέσουν σ’ αυτόν Μίασμα.
Η υπόσχεση δεν τηρήθηκε, αφού τους εφόνευσαν κατά την έξοδό τους από τον Ιερό Βράχο, καθώς και τους υπολοίπους που είχαν προφτάσει να ζητήσουν Ικεσία και στον Βωμό των Ευμενιδών και “καθεζομένους δέ τινας καὶ ἐπὶ τῶν Σεμνῶν Θεῶν τοῖς Βωμοῖς ἐν τῇ παρόδῳ ἀπεχρήσαντο”.
Το ανοσιούργημα ήταν μεγάλο γι’ αυτό οι δράστες “αλλά και οι απόγονοί των εκαλούντο εναγείς και αλιτήριοι προς την θεάν”.
Η Πόλη διχάστηκε, επακολούθησαν συγκρούσεις και στάσεις, απώλεια της Σαλαμίνας και μέγας λοιμός έπεσε στην Πόλη. Οι Αθηναίοι ζήτησαν χρησμό από το Μαντείο των Δελφών το οποίο αποκρίθηκε ότι είναι ανάγκη να γίνει πλήρης Καθαρμός της Πόλης, τον οποίον θα τελέσει ο Ετεοκρήτας Μάντης Επιμενίδης.

“οι μάντεις διακήρυσσαν ότι κατά τις θυσίες προς τιμήν των θεών φαίνονταν μολύσματα και μιάσματα, τα οποία είχαν ανάγκη από καθαρμό. Ο Επιμενίδης με εξιλασμούς και καθαρμούς και με την κτίση ναών καθαγίασε και καθοσίωσε την πόλη και με τον τρόπο αυτό την κατέστησε ικανή να είναι υπήκοος του δικαίου και περισσότερο ευπειθής στην ομόνοια”. Πλούταρχος, βίος Σόλωνος

Το στίγμα της απόρριψης της Ικεσίας αυτής βάρυνε την Αθήνα για αιώνες. Λίγο πριν την έναρξη του Πελοποννησιακού Πολέμου, δύο αιώνες δηλαδή μετά το Κυλώνειο Άγος (632), οι Σπαρτιάτες θέλησαν να εκμεταλλευθούν πολιτικά το Άγος ζητώντας την απομάκρυνση του Περικλή ως μιαρού, αφού εκ της μητρός του ήταν Αλκμεωνίδης.

Οι Αθηναίοι όμως θύμισαν στους Σπαρτιάτες το δικό τους Άγος, που προήλθε από την παραβίαση της Ικεσίας των ειλώτων στο Ιερό του Ποσειδώνα στο Ταίναρο.

“Οι Αθηναίοι ανταπέδωσαν τα ίσα, απαιτούντες από τους Λακεδαιμονίους να εξαγνίσουν το άγος του Ταινάρου. Διότι οι Λακεδαιμόνιοι έπεισαν μίαν φοράν Είλωτας ικέτας του ιερού του Ποσειδώνος εις το Ταίναρον να σηκωθούν από τον βωμόν, και αφού τους απεμάκρυναν, τους εφόνευσαν, συνεπεία του οποίου νομίζουν, ότι επέσυραν εναντίον των και τον μεγάλον σεισμόν της Σπάρτης”. Θουκυδίδης

Μια σπουδαία περιγραφή Ικεσίας μας χαρίζει ο Αισχύλος στις “Ικέτιδες”.

“για κάθε, λέω, περίσταση πιο καλό θα ᾽ναι
να μαζευθείτε δίπλα εδώ πάνω στις έδρες
των αγωνίων θεών, γιατ᾽ από κάθε πύργο
πιο δυνατός είν᾽ ο Βωμός κι άθραυστη ασπίδα.
Λοιπόν βιαστείτε και στ᾽ αριστερά σας χέρια
σεμνά κρατώντας λευκοστεφείς Ικετηρίες
– του Δία αγάλματα – ν᾽ αποκρίνεστε στους ξένους
ταπεινά και γοερά κι όπως το θέλ᾽ η ανάγκη
σαν πρόσφυγες οπού είμαστε, και να τους πείτε
να μάθουν ξεκάθαρα πως καθαρός από αίμα
είν᾽ ο ερχομός μας· και θυμάστε πρώτ᾽ απ᾽ όλα
να μην ξεθαρρεύει η φωνή σας,
μα με όψη σεμνή, με ήσυχο βλέμμα
την άδολή σας να μηνά την ειλικρίνεια·
κι ούτε να προτρέχει η γλώσσα σου κι ούτε επί μακρόν
να σέρνεις τα λόγια σου".

Η Ικεσία αυτή εισακούστηκε και οι Ικέτιδες Δαναΐδες ευγνωμονούσες, ευχαριστούν την Πόλη του Άργους.

Η Ικετηρία, που μας λέει ο Αισχύλος στο παραπάνω απόσπασμα από τις “Ικέτιδες”, είναι ένας κλάδος ελαίας στεφανωμένος με λευκό μαλλί, “λευκοστεφεῖς ἱκετηρίας, ἀγάλματ᾽ αἰδοίου Διός”, την καλεί δε και άγαλμα του Σεβαστού Διός. Η Ικετηρία ή Ικετήριος κλάδος ή Ικτήριος κλάδος, δηλώνει την κατάσταση του Ικέτη ώστε αυτή να γίνεται εμφανής, παρέχοντάς του ασφάλεια και προστασία κατά το Έθιμο. Ο Ικέτης κρατά την Ικετηρία στο αριστερό του χέρι ως ασπίδα, “Ικετηρίαν προβάλλειν”, μέχρι να την καταθέσει στον Βωμό, “Ικετηρίαν καταθεῖναι” και ζητά Ικεσία. Αν η Ικεσία γίνει δεκτή, παίρνει την Ικετηρία από τον Βωμό και αποχωρεί, αφού τώρα προστατεύεται από το Εθιμικό Δίκαιο και περιμένει πια την εκδίκαση της υποθέσεως του από τους θεσμούς της Πολιτείας.

Όταν κάποιος διαπράξει φόνο χαρακτηρίζεται “προστρόπαιος”, δηλαδή μιαρός, μολυσμένος, και πρέπει να καθαρθεί και ν’ αγνιστεί ( ἱκετώσυνα ἱερά) πριν ζητήσει Ικεσία.

Το ίδιο το σώμα μπορεί να μεταμορφωθεί σε κλάδο Ικεσίας, όπως μας διασώζει ο Ευριπίδης στην αριστουργηματική του σύλληψη της Ικεσίας της Ιφιγένειας στην “Ιφιγένεια εν Αυλίδι”:

“Και για κλαρί ικεσίας στα γόνατά σου κρεμνώ από σένα το κορμί μου —πλάσμα της μάνας μου για σένα— και ικετεύω.”

Η Λητώ ικετεύει τον Δία για χάρη του Απόλλωνος, να μην πραγματοποιήσει την απειλή του να τον ρίξει στον Τάρταρο μετά τον φόνο των Κυκλώπων, αλλά να υπηρετήσει θνητό για ένα χρόνο.

Η Θέτιδα η πρώτη των Νηρηΐδων προσπέφτει Ικέτιδα στον Δία για χάρη του Αχιλλέα.

“Εύρηκε τον βροντόφωνον Κρονίδην καθισμένον μόνον στην άκραν κορυφήν του πολυλόφου Ολύμπου, εμπρός του εκάθισε η θεά και με τ’ αριστερό της του έπιασε τα γόνατα, με τ’ άλλο το πηγούνι, κι έλεγεν ικετεύοντας στον ύψιστον Κρονίδην:

“Δία πατέρ’, αν κάποτε με λόγον ή με έργον σ’ έχω ωφελήσει, ευδόκησε σ’ αυτό να με εισακούσεις”.

Η Ικεσία στον Βωμό γίνεται ως εξής: με λυγισμένο το αριστερό γόνατο, καταθέτουμε την Ικετηρία με το αριστερό χέρι και με το δεξί αγγίζουμε τον Βωμό ικετεύοντας.

Σε θνητό, ο Ικέτης γονατίζει καθώς αγκαλιάζει τα γόνατα με το αριστερό χέρι, ενώ με το δεξί αναζητά το δεξί χέρι ή το πηγούνι του Ικεταδόκου.
Σε άγαλμα, ο Ικέτης αγγίζει το βάθρο του αγάλματος όταν αυτό είναι μεγάλων διαστάσεων ή αγκαλιάζει τα πόδια του σε άγαλμα φυσικών διαστάσεων. Αν η Ικεσία γίνει δεκτή δένει μια στενή ταινία από μαλλί στο άγαλμα (Λημνίσκος), που θα του παράσχει προστασία και την ξετυλίγει μέχρι να φτάσει ασφαλής στους αρμοδίους Άρχοντες.

Τα γόνατα είναι η βάση της δύναμης από τον ‘Όμηρο κιόλας. Λυγίζοντας τα γόνατα ο Ικέτης σημαίνει ότι αποποιείται της δύναμής του και παραδίδεται στην θέληση του Ικεταδόκου.

Ο Αισχύλος, στον “Προμηθέα Δεσμώτη”, μάς λέει γι’ άλλη μια χειρονομία Ικεσίας, το “υπτίασμα χειρών”, δηλαδή όταν τείνει ο Ικέτης και τα δυο του χέρια, με τις παλάμες προς τα πάνω, στον Ικετοδόχο.

“καὶ λιπαρήσω τὸν μέγα στυγούμενον

γυναικομίμοις ὑπτιάσμασιν χερῶν

λῦσαί με δεσμῶν τῶνδε·”

Μετά από τις χειρονομίες της Ικεσίας ακολουθεί το Ικετεύειν, η Παράκλησις, οι Λιταί, εγκωμιάζοντας πρώτα τον Προσίκτορα Θεό ή την Θεά, αναφέροντας πάντοτε τον προστάτη των Ικετών, Ικέσιο Δία. Ακολουθεί το αίτημα της Ικεσίας.
Το Ικετεύειν προς θνητό ξεκινά με την αναφορά των προτερημάτων και των ιδιοτήτων του Ικεταδόκου και ακολουθεί το αίτημα.


Η Παράκλησις ξεκινά με το:

 Λίττομαι σε Ικέσιε Δία ή το όνομαΘεού ή Θεάς που θα γίνει η Ικεσία.

Η Ικεσία εκτός από ατομική μπορεί να είναι και ομαδική, όπως αυτή των Δαναΐδων στις Ικέτιδες του Αισχύλου, ή των μητέρων των εφτά Στρατηγών που έπεσαν στα τείχη της Θήβας στις Ικέτιδες του Ευριπίδη. Μια Πόλη ολόκληρη μπροστά στον κοινό κίνδυνο ενώνει τις Ικετευτικές φωνές του λαού της, όπως στον λοιμό των Αθηνών που διασώζει ο Θουκυδίδης.

“οὔτε γὰρ ἰατροὶ ἤρκουν τὸ πρῶτον θεραπεύοντες ἀγνοίᾳ, ἀλλ’ αὐτοὶ
μάλιστα ἔθνῃσκον ὅσῳ καὶ μάλιστα προσῇσαν, οὔτε ἄλλη
ἀνθρωπεία τέχνη οὐδεμία· ὅσα τε πρὸς ἱεροῖς ἱκέτευσαν ἢ
μαντείοις καὶ τοῖς τοιούτοις ἐχρήσαντο".

Ο Δίας εκτός από Ικέσιος καλείται και Λιταίος ως Θεός Επήκοος των Λιτών, των παρακλήσεων της Ικεσίας.

Όλα τα Ιερά παράσχουν καταφύγιο ασφαλές για τους Ικέτες. Ονομαστά είναι το Ιερό του Απόλλωνος στους Δελφούς, το Δελφίνιο, το Θησείο, το Παλλάδιον όπως και ο Βωμός του Ελέους των Αθηνών. Τα Ιερά του Ποσειδώνος στο Ταίναρο και στην Καλαυρεία όπου κατέφυγε ο Δημοσθένης, το σεβαστό όλων των Πελοποννησίων Ιερό και το σημαντικότερο των Αρκάδων, της Aλέας Aθηνάς στην Τεγέα.
Τα Ασκληπιεία είναι τα κατεξοχήν καταφύγια, προσφέροντας άσυλο σε όλους τους Ικέτες, αφού ολόκληρος ο Ιερός χώρος τους είναι απαραβίαστος.

“οι Αθηναίοι εκτελούσαν θυσίες στους δώδεκα θεούς, αυτοί οι Πλαταιείς κάθισαν στον βωμό ως ικέτες και έθεσαν εαυτούς υπό προστασία”
Ηρόδοτος

Η Ξενία είναι η Τελετουργική πράξη που παρέχει καταφύγιο και προστασία σ’ έναν ξένο, ο οποίος δεν προστατεύεται από τους νόμους της Πολιτείας και θέτει αυτόν υπό την υψηλή προστασία του Ξενίου Διός, ώστε να δεχτεί τις περιποιήσεις Φίλου. Τα δύο μέρη χαρακτηρίζονται αμφότερα ως Ξένοι. Η Ξενία επικυρώνεται με αμοιβαία ανταλλαγή δώρων τα Ξεινήια κι έχει την ισχύ νόμου.

οἷα φίλοι ξεῖνοι ξείνοισι διδοῦσι.”
Οδύσσεια

Το περιεχόμενο, η έννοια της Ξενίας δεν μπορεί ν’ αποδοθεί με μια λέξη στην Νεοελληνική μορφή της γλώσσας μας.

Η συνθήκη της Ξενίας δημιουργεί σχέση κληρονομική, που μεταδίδεται στους απογόνους των Ξένων. Ο Όμηρος, στην Ιλιάδα, μάς διασώζει μια κληρονομική σχέση Ξενίας μεταξύ του Διομήδη και του Γλαύκου, που λίγο πριν συγκρουστούν αναγνωρίζουν την Ξενία Πατρώα Φιλότητα κι ανταλλάσσουν τις πανοπλίες τους ανανεώνοντας την σχέση Ξενίας τους, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα την σχέση αυτή πάνω από την εχθρότητα των εμπολέμων μερών.

“Τεύχεα δ᾽ ἀλλήλοις ἐπαμείψομεν, ὄφρα καὶ οἵδε

γνῶσιν ὅτι ξεῖνοι πατρώϊοι εὐχόμεθ᾽ εἶναι.

Ὣς ἄρα φωνήσαντε καθ᾽ ἵππων ἀΐξαντε

χεῖράς τ᾽ ἀλλήλων λαβέτην καὶ πιστώσαντο·”

Ιλιάδα

Ο Οδυσσέας με τον Ίφιτο του Ευρύτου ανταλλάσουν Ξεινήια. Ο Οδυσσέας του χαρίζει δόρυ και ξίφος και ο Ίφιτος το θεϊκό τόξο, δώρο του Απόλλωνα στον πατέρα του. Με το τόξο αυτό ο Οδυσσέας θα εξοντώσει τους Μνηστήρες που καταπάτησαν τους νόμους της Ξενίας.

Ο Ξένος στην Ελληνική αντίληψη των πραγμάτων είναι ο εκ της συνθήκης της Ξενίας, Φίλος, ο οποίος διαφέρει από τον ένδημο, τον επήλυδα, τον μέτοικο, τον αστό. Η έννοια του ξένου ως εχθρού είναι Ρωμαϊκό κληροδότημα που προέρχεται από το “hospitium” τον ξενώνα, “hostis” ο ξένος που ταυτίστηκε με το εχθρός, hostilitas η εχθρότητα, hostility στ’ Αγγλικά η έχθρα.

Όταν κάποιος ξένος κρούσει τη θύρα του Οίκου, ο Οικοδεσπότης τον υποδέχεται στον Βωμό του Ερκείου Διός και αφού δεχτεί τα δώρα του (ξενάλια), γίνουν οι συστάσεις και αναγγελθεί ο λόγος της παρουσίας του, ο Οικοδεσπότης εισάγει τον ξένο στην Εστία του Οίκου, καθότι ανέστιος, καθιστώντας τον μέρος του. Προσφέρεται λουτρό και ο κατάλληλος Οικιακός εξοπλισμός που θα διευκολύνει την παραμονή του.

Αφού ξεκουραστεί ο ξένος παρέχεται από τον Οίκο η Ξενία Τράπεζα, η Ιερή και θεσμοθετημένη προσφορά φαγητού, καθώς και ο Επίστιος Οίνος προσφερόμενος μέσα στην Επίστιο Κύλικα και θα γίνουν οι Σπονδές στην Εστία.

Ύστερα από το πέρας της Ξενίας, ο ξένος αποχωρεί αφού δεχτεί κι αυτός με την σειρά του δώρα από τους Ξενοδόκους. Η ανταπόδοση της Ξενίας είναι πια υποχρέωση και του ξένου.
Η διατήρηση των εθίμων της Ξενίας είναι Ιερή και η μη τήρησή τους θεωρείται μεγάλη προσβολή προς τον Ξένιο Δία.

Πάρις ἐλθὼν δόμον τὸν Ἀτρειδᾶν

ᾔσχυνε ξενίαν τράπεζαν κλοπαῖσι γυναικός.

Αισχύλος

Το πόσο Ιερούς δεσμούς δημιουργούσε η Ξενία μάς το κληροδοτεί ο Θουκυδίδης:
“Οι Λακεδαιμόνιοι έκλιναν πολύ περισσότερο προς την πρόταση των Χίων και του Τισσαφέρνη, την οποία υποστήριζε και ο Αλκιβιάδης που συνδεόταν με οικογενειακούς δεσμούς Ξενίας με τον έφορο Ένδιο. Από τον δεσμό αυτόν είχε μπει στην οικογένεια του Αλκιβιάδη το όνομά του που ήταν Σπαρτιατικό. Ο πατέρας του Ενδίου λεγόταν και αυτός Αλκιβιάδης.”

Η Δημόσια Ξενία καλείται Προξενία δηλώνοντας την συνθήκη εκείνη, κατά την οποίαν ένας Πολίτης μιας Πόλεως αναλαμβάνει την ευθύνη διαχείρισης των συμφερόντων μιας άλλης Πόλεως. Πρόξενος καλείται και ο Δημόσιος Φίλος όπως ο Αλέξανδρος Α’ με απόφαση του Δήμου των Αθηναίων.

Οι Πρόξενοι απολαμβάνουν προνομίων της Πόλης για την οποία ενεργούν, όπως ισοτέλεια, απόκτηση γης και ακίνητης περιουσίας, ελεύθερης διακίνησης ακόμη και σε περίπτωση πολέμου και άλλων τιμητικών προνομίων.
Υποχρέωση τους είναι να παρέχουν Ξενία στους Πρέσβεις. Αναλαμβάνουν να μιλήσουν για λογαριασμό των Ξένων στον Λαό, τελούν τις Θυσίες σύμφωνα με τα έθιμα της Πόλης. Οι Πρόξενοι συνοδεύουν τους Πρέσβεις στο Πρυτανείο όπου θα τύχουν τιμητικής Σίτισης και θ’ αποδώσουν τιμές στον Ξένιο Δία, στην Ξενία Αθήνα και στην κοινή Εστία της Πόλης.
Πρόξενος της Αθήνας στην Θήβα υπήρξε ο Πίνδαρος, ο Θουκυδίδης στην Φάρσαλο.

Ο Κίμωνας και ο Αλκιβιάδης Πρόξενοι της Σπάρτης στην Αθήνα, ο Νικίας των Συρακουσών, ο Δημοσθένης των Θηβαίων, ο Λίχας Πρόξενος των Αργείων στην Σπάρτη.

Μια Πόλη μπορεί να είναι Πρόξενος μιας άλλης Πόλης, όπως οι Δελφοί στις Σάρδεις:

“εἶμεν τὰν πόλιν τῶν Δελφῶν πρόξενον τᾱς πόλιος τῶν Σαρδιανῶν”.

Στο Αττικό Δίκαιο υπήρχε η “Γραφή Ξενίας”, δηλαδή η καταγγελία δημοσίου αδικήματος, όταν ένας Ξένος έπραττε κατά παράβαση όσα όριζε ο νόμος για τον Αθηναίο Πολίτη.

Το χωρισμένο στην μέση νόμισμα ή αστράγαλος ή μικρό αγγείο που μοιράζονταν ως σημείο αναγνώρισης τα συνδεόμενα δια Ξενίας μέρη καλείται Σύμβολο.

“Ζεὺς δ᾿ ἐπιτιμήτωρ ἱκετάων τε ξείνων τε,
ξείνιος, ὃς ξείνοισιν ἅμ᾿ αἰδοίοισιν ὀπηδεῖ.”
“πρὸς γὰρ Διός εἰσιν ἅπαντες ξεῖνοί τε πτωχοί τε”

Leave a Reply

Προσεχή τελέσματα

24/05/2026
  • Θαργήλια

    24/05/2026  12:00 μμ - 2:00 μμ
    Βραυρώνα;

11/06/2026
  • Πλυντήρια - Καλλυντήρια

    11/06/2026  7:00 μμ - 9:00 μμ
    Ροβέρτου Γκάλι 43, Αθήνα 117 42