Οι Έλληνες αφού ανίχνευσαν, προσδιόρισαν κατά το δυνατόν μέσα από την δική τους αντίληψη του Κόσμου, την ουσία αυτού. Μέσω των αντιλήψεών του, ο Έλληνας δίνει μορφή στον Κόσμο και του αποδίδει κάλλος. Ο Έλληνας μέσω της Τέχνης αποδίδει στην ουσία, είδος, δηλαδή φανερή υπόσταση της ουσίας του Κόσμου αντιληπτή από τις ανθρώπινες αισθήσεις, προκαλώντας αισθητική διέγερση.
Μια από τις εκφράσεις της Τέχνης είναι η δεξιότητα της Γλυπτικής, που με την πάροδο των χρόνων ύψωσε το Άγαλμα σε κορυφαία απόδοση Ευσέβειας και Τιμής στους Θεούς, σε τρισδιάστατο Γεωμετρικό πρότυπο.
Η λέξη άγαλμα προέρχεται από το ρήμα “αγάλλω” ή “αγάλλομαι” και δηλώνει αυτό που προξενεί θάμβος, ευχαρίστηση, πληρότητα και ως αξίωμα, τιμή. Οι Θεοί ευφραίνονται εξίσου με την αφιέρωση Αγαλμάτων απαράμιλλου κάλλους. Αυτό που πρέπει να σημειώσουμε είναι ότι τ’ αγάλματα είναι αναθήματα, δηλαδή αφιερώματα ανατεθειμένα σε Ναούς. Άγαλμα και Ναός έχουν κοινή πορεία. Ο Ναός είναι κυρίως φυλακτήριο του Αγάλματος, η Οικία του. Φυλάσσεται στον Σηκό, το κυρίως μέρος του Ναού.
“Γύγης δὲ τυραννεύσας ἀπέπεμψε ἀναθήματα ἐς Δελφοὺς οὐκ ὀλίγα, ἀλλ᾽ ὅσα μὲν ἀργύρου ἀναθήματα”.
Ηρόδοτος
Οι Πρόγονοί μας δεν έδωσαν καθαυτό ονομασία σ’ αυτό το ολόγλυφο δημιούργημα της Τέχνης, αλλά το άφησαν ανοιχτό ώστε να μην το περιορίσουν, όπως συνήθιζαν να κάνουν με όλες τις μεγάλες συλλήψεις του ανθρώπινου Νου.

“ἄγαλμα πᾶν ἐφ’ ᾧ τις ἀγάλλεται”
Ησύχιος
Ο Όμηρος με την λέξη “άγαλμα” καλεί την ευφροσύνη, το κόσμημα, τον στολισμό, την μολπή, την όρχηση.
Ο Πίνδαρος αποκαλεί τις Ωδές του “χώρας ἄγαλμα”.
Ο κεκοσμημένος Ταύρος προς Θυσία καλείται Άγαλμα.
Ο Αγαμέμνων στην ομώνυμη Τραγωδία του Αισχύλου καλεί την Ιφιγένεια “δόμων ἄγαλμα”.
Η Εκάβη στις Τρωάδες του Ευριπίδη παρομοιάζει το εαυτό της μετά την πτώση της Τροίας σαν “νεκύων ἀμενηνὸν ἄγαλμα”, δηλαδή “αδύναμο είδωλο νεκρών”.
Τα υλικά που ποιούνται τ’ αγάλματα είναι, η πέτρα (Ομφαλός), τα οστά, το ξύλο (Ξόανο), ο πορώδης ασβεστόλιθος, ο πηλός (ειδώλια), το μάρμαρο κυρίως από τον 7ο αιώνα, ο ορείχαλκος του οποίου την χώνευση και την έκχυση σε μήτρες την οφείλουμε στους μεγάλους Σάμιους γλύπτες Ροίκο και Θεόδωρο, ο χρυσός και το ελεφαντόδοντο.
Στην Κλασική Εποχή το Άγαλμα αγγίζει τα όρια της Γεωμετρικής και Μαθηματικής τελειότητας, που με την εξιδανίκευση του ανθρώπινου κάλλους αναπαράγουν την Θεϊκή Μεγαλοπρέπεια.
Τ’ Αγάλματα τυγχάνουν μεγάλης αξίας και σημασίας στην ζωή του ανθρώπου που η στέρησή τους θεωρείται μεγάλη συμφορά.
“οὐδ᾽ ἄστυ γ᾽, οὐδὲ πύργος, οὐδὲ δαιμόνων
ἀγάλμαθ᾽ ἱερά, τῶν ὁ παντλήμων ἐγὼ
κάλλιστ᾽ ἀνὴρ εἷς ἔν γε ταῖς Θήβαις τραφεὶς”
Σοφοκλής, Οιδίπους Τύραννος
Οποιαδήποτε απρεπής έκφραση ενώπιων Αγαλμάτων είναι κατακριτέα και δείγμα ασέβειας μεγάλης.
“παλινστομεῖς αὖ θιγγάνουσ᾽ ἀγαλμάτων;”
Αισχύλος, Επτά επί Θήβας
Η Ίδρυση ενός Αγάλματος, δηλαδή η Καθιέρωσή του, προϋποθέτει ειδική Τελετουργία και αρμόζουσες Θυσίες και Προσφορές στον εκάστοτε Θεό.
“Της Ειρήνης
θα γίνει η εγκαθίδρυση· ως θυσία
θα κάμω προσφορά με Πανσπερμία.”
Αριστοφάνης, Ειρήνη
Το Ξόανο είναι το κατ’ εξοχήν Λατρευτικό Άγαλμα και είναι αυτό που κόσμησε τους πρώτους σηκούς των Ναών. Για την ονομασία του ισχύει ότι και για το Άγαλμα. Προέρχεται από το ρήμα “ξέω” και δηλώνει το σκάλισμα, το λάξευμα, η λείανση μιας επιφάνειας δια της τριβής ή με ξύσιμο. Η λέξη πρωτοαναφέρεται στο χαμένο έργο του Σοφοκλή, “Θάμυρις”, δηλώνοντας ένα ξύλινο μουσικό όργανο:
“Ξόαν ηδυμελή”
Δεν έχει συγκεκριμένο σχήμα ή είναι στα όρια του Ανθρωπομορφισμού. Μπορεί να λάβει κι ελαφρά λάξευση.
Στην ίδια κατηγορία αγάλματος με το Ξόανο είναι και το Βρέτας που δηλώνει κυρίως τα εκ του Ουρανού πεσόντα Ξόανα όπως το Παλλάδιο, έργο της Θεάς με ύψος περίπου ενάμιση μέτρο, που στο δεξί χέρι κρατούσε δόρυ και στο αριστερό ρόκα και αδράχτι.
“οὐράνιον εἰ μὴ ληψόμεσθα θεᾶς βρέτας.”
Ευριπίδης, Ιφιγένεια εν Ταύροις
Τα Ξόανα τυγχάνουν ιδιαίτερων Λατρευτικών πράξεων και προσφορών. Ένα ξόανο ενδύεται συνήθως με πέπλο κι εκδύεται για να καθαρθεί με νερό πηγής, θάλασσας ή πέμπεται σε Ιερό Ποταμό. Στολίζεται με κοσμήματα (περιδέραια, ενώτια, στεφάνους), Ιερά Ιμάτια και Πέπλα.
Το Ξόανο έχει καθαυτό ισχύ και δύναμη και δεν εξαρτάται από τον τόπο που βρίσκεται, αλλά αντιθέτως προικίζει τον τόπο με τις δυνάμεις του. Γι’ αυτόν τον λόγο τιμάται με Λατρευτική Περιφορά εκφράζοντας την Θεϊκή προστασία και την ισχύ ως εγγυήτρια της ασφάλειας και της συνοχής της Κοινότητας.
Περίφημα Ξόανα είναι αυτό βέβαια της Αθηνάς (Παλλάδιον) που φυλασσόταν στο Ερεχθείο, ο Ίακχος ο επικεφαλής της Ελευσίνιας Πομπής που φυλασσόταν στο Ιακχείον, του Διονύσου Ελευθερέα στον αρχαϊκό Ναό του Διονύσου, το ξόανο της θεάς Αθηνάς Νίκης, της “Απτέρου” στον Ναό της Αθηνάς Νίκης, του Διονύσου στην Θήβα που φυλασσόταν στον Ιερό Θάλαμο της Σεμέλης, της Ήρας που φυλασσόταν στο Ηραίο του Άργους, τα ξόανα της Δήμητρας, της Κόρης και του Πλούτωνα στο Ναό της Μυσίας Δήμητρας κοντά στο Άργος, τα ξόανα της Αφροδίτης και του Ερμή στον Ναό του Λυκείου Απόλλωνος στο Άργος, το ξόανα του Δία στον Ναό της Οξυδερκούς Αθηνάς το οποίο φέρει και τρίτο μάτι στην μέση του μετώπου και βέβαια το Ξόανο της Αθηνάς στο Άργος με τον εορτασμό της Πομπής του Λουτρού της Παλλάδος, συνοδευόμενο από την Ασπίδα του Διομήδη.
“Κι όταν φτάσεις στην Αθήνα, το άγιο ξόανο της Παλλάδας ν᾽ αγκαλιάσεις·”
Ευριπίδης, Ηλέκτρα
Οι Χάριτες στον Ορχομενό λατρεύονται υπό την μορφή θεόπεμπτων Λίθων, δηλαδή με μη ανθρωπομορφικούς όρους.
Το Έδος είναι ένα άγαλμα Καθήμενου Θεού που δηλώνει την Οικεία του κατάσταση, τη σταθερή διαμονή του Θεού, τον Θρόνο, την Έδρα.
“ἵκοντο θεῶν ἕδος”
Όμηρος
Το Τρόπαιο είναι μια μορφή Αγάλματος που αφιερώνεται συνήθως στον “Ζηνὶ τροπαίῳ” ως συμπαραστάτη και βοηθού στην μάχη, που έτρεψε σε φυγή τον εχθρό και χάρισε τη Νίκη.
Τα πρώτα Τρόπαια ήταν ένας στύλος ο οποίος διακοσμούνταν με τα εχθρικά λάφυρα ή ένα δεσπόζων δέντρο που διακοσμούνταν με ασπίδες των εχθρών. Τα κατοπινά χρόνια τα Τρόπαια πήραν την μορφή ενός αράβδωτου κίονα και σε πολλά από αυτά στηνόταν και Άγαλμα της Θεάς Νίκης στην κορυφή, όπως αυτό της Νίκης στον Μαραθώνα.
Στην Ελληνική θρησκεία τελετουργίες εμψύχωσης Αγαλμάτων, όπως αυτές που συνηθίζονταν στην Αίγυπτο ή στην Μεσοποταμία, απουσιάζουν. Περιπτώσεις βέβαια που τ’ Αγάλματα εκδηλώνουν σημάδια παρέμβασης κυρίως σε δύσκολες στιγμές υπάρχουν. Αυτό βέβαια δεν οφείλεται σε ανθρώπινη δραστηριότητα, αλλά στη βούληση του Θείου να εκδηλώσει την Επιφάνειά του μέσω του Αγάλματος που πληρεί τις προϋποθέσεις γι’ αυτήν ή να δηλώσει την αποδοχή του για την Ιερή προσφορά Αγάλματος, όπως όταν ο Δίας ανταποκρίθηκε στην ευχή του Φειδία να του δώσει ένα σημάδι, αν εγκρίνει το χρυσελεφάντινό του Άγαλμα στον Ναό του στην Ολυμπία. Ο Πατήρ Θεών και ανθρώπων ανταποκρίθηκε στέλνοντας έναν Κεραυνό.
“ὡς γὰρ δὴ ἐκτετελεσμένον ἤδη τὸ ἄγαλμα ἦν, ηὔξατο ὁ Φειδίας ἐπισημῆναι τὸν θεὸν εἰ τὸ ἔργον ἐστὶν αὐτῷ κατὰ γνώμην: αὐτίκα δ᾽ ἐς τοῦτο τοῦ ἐδάφους κατασκῆψαι κεραυνόν φασιν, ἔνθα ὑδρία καὶ ἐς ἐμὲ ἐπίθημα ἦν ἡ χαλκῆ.
Παυσανίας
Στην Ιλιάδα όταν η Εκάβη επικεφαλής Πομπής προς τον Ναό της Αθηνάς στην Τροία ζητά το έλεος της Θεάς, η Θεά μέσω του Αγάλματός της “ανένευσε”, δηλαδή κούνησε το κεφάλι της προς τα πίσω ως σημείο μη αποδοχής της Ικεσίας:
“Ὣς ἔφατ᾽ εὐχομένη, ἀνένευε δὲ Παλλὰς Ἀθήνη.”
Ο Ηρόδοτος μας διασώζει στην “Μελπομένη” ότι τ’ Αγάλματα των Θεών στους Δελφούς, παραμονές της εισβολής των Περσών, άρχισαν να ιδρώνουν, να τρέμουν και μαύρο αίμα να στάζει από την στέγη του Ιερού.
Ο Ηρόδοτος πάλι μας λέει, ότι η κόρη του Βασιλιά της Σπάρτης Αρίστωνος από την τρίτη γυναίκα του, ήταν δύσμορφη στην όψη κι αυτό γέμιζε με πίκρα τους γονείς της. Η παραμάνα του παιδιού όμως πήγαινε κάθε ημέρα το παιδί στον Ναό της Ελένης στην Θεράπνη και το έβαζε να σταθεί όρθιο δίπλα στο Άγαλμα της και ικέτευε την Θεά να το απαλλάξει από την δυσμορφία του. Πράγματι η Θεά εισάκουσε την Ικεσία κι απάλλαξε την κόρη από την δυσμορφία της και της χάρισε απαράμιλλη ομορφιά που την έκανε να “καλλιστεύσει πασέων τῶν ἐν Σπάρτῃ γυναικῶν”.
Το Άγαλμα παίρνει την τελική του μορφή πριν βγει από το εργαστήριο, αφού ζωγραφιστεί με τα χρώματα που αρμόζουν σε κάθε Θεό. Ο χρωματισμός είναι έντονος και ποικίλος, αφού αυτός θα τελειοποιήσει την αισθητική ποιότητα του Αγάλματος. Αφού ολοκληρωθεί και ο επιχρωματισμός του, το Άγαλμα θα στιλβωθεί με την τεχνική της “Γάνωσις”, δηλαδή δέχεται επάλειψη με κερί και λάδι που θα διατηρήσει τα χρώματά του, προστατεύοντάς τα από την φυσική φθορά. Τα περισσότερα αγάλματα επιζωγραφίζονται βέβαια ύστερα από εύλογο χρονικό διάστημα. Η Γάνωσις θα δώσει στο γλυπτό λαμπρότητα, στιλπνότητα και φωτεινότητα.
Άγαλμα μη βαπτό δεν χρήζει Λατρευτικών τιμών.
Η Ελένη του Ευριπίδη λέει ότι καλύτερα να μην είχε αυτήν την ομορφιά που προξένησε τόσα κακά, αλλά να ήταν άσχημη όπως τ’ Αγάλματα χωρίς χρώματα.
“εἴθ᾽ ἐξαλειφθεῖσ᾽ ὡς ἄγαλμ᾽ αὖθις πάλιν
αἴσχιον εἶδος ἔλαβον ἀντὶ τοῦ καλοῦ”.
“Και το ομοίωμα του Πάνα ζωγράφοι και αγαλματοποιοί το κατασκευάζουν όπως ακριβώς και οι Έλληνες, αιγοπρόσωπον και πόδια τράγου, και όχι βέβαια επειδή θαρρούν ότι έτσι είναι: το ξέρουν ότι είναι ίδιος με τους άλλους θεούς. Για ποιο λόγο όμως τον παριστάνουν έτσι, θα προτιμούσα να μην το πω.”
Ηρόδοτος
Οι Ζωγράφοι Αγαλμάτων ετύγχαναν μεγάλης εκτίμησης, όπως ο Πάναινος ο αδελφός του Φειδία που όπως λέει ο ίδιος χωρίς αυτόν τ’ αγάλματά του δεν θα είχαν καμία αξία.
“πολλὰ δὲ συνέπραξε τῶι Φειδίαι Πάναινος ὁ ζωγράφος, ἀδελφιδοῦς ὢν αὐτοῦ καὶ συνεργολάβος, πρὸς τὴν τοῦ ξοάνου διὰ τῶν χρωμάτων κόσμησιν καὶ μάλιστα τῆς ἐσθῆτος.”
Στράβων
Ο Νικίας ο διασημότερος Ζωγράφος των Αθηνών ήταν ο προσφιλέστερος Ζωγράφος του Πραξιτέλη και φιλοτέχνησε το αριστούργημα της Αφροδίτης της Κνίδου. Ο Πραξιτέλης λέγεται ότι εκτιμούσε πιο πολύ από τα έργα του αυτά που ζωγράφισε ο Νικίας.
Ακόμη και στα χάλκινα Αγάλματα χρησιμοποιούσαν κράματα που τους έδιναν χρωματικές αποχρώσεις, με αποκορύφωση την ιδιαίτερη τέχνη των ματιών.
“ανογλεφάρων άγαλμα μενεξεδένια μάτια”
Αλκμάν
Η επιμονή στην “Λευκότητα” είναι κληροδότημα της Αναγέννησης και του Νεοκλασικισμού αργότερα, που σήμερα θεωρείται παρωχημένη.
Το Άγαλμα είναι τόσο διακριτικό χαρακτηριστικό και καθοριστικό τεκμήριο της Ελληνικής Λατρείας, που αυτή κατασυκοφαντήθηκε και δυσφημίστηκε από τους Μισόζωους Ναζωραίους, με τον δανεικό Ταλμουδικό όρο “Avodah Zarah”, Ειδωλολατρία.
“Πολύ αγαπιέται αυτός ο τόπος
με υπομονή και περηφάνεια.
Κάθε νύχτα απ’ το ξερό πηγάδι
βγαίνουν τ’ αγάλματα προσεχτικά
κι ανεβαίνουν στα δέντρα.”
Γ. Ρίτσος
“Ποτέ μην έρθ’ η ώρα του! Κι αν έρθει, κι αν προβάλει,
μεστός θα λάμπει και ο ναός από λαό αγαλμάτων,
τ’ αγάλματ’ αψεγάδιαστα, κι οι πλάστες τρισμεγάλοι·”
Κ. Παλαμάς
